επανεκδίδω

επανεκδίδω
(αόρ. επανεξέδωκα) μετ.
1) переиздавать; 2) возобновлять издание

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "επανεκδίδω" в других словарях:

  • επανεκδίδω — επανεκδίδω, επανεξέδωσα βλ. πίν. 186 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • επανεκδίδω — 1. εκδίδω εκ νέου ένα έντυπο, δημοσιεύω σε νέα έκδοση 2. επαναλαμβάνω την έκδοση εντύπου, εφημερίδας κ.λπ., η οποία είχε διακοπεί …   Dictionary of Greek

  • αναδημοσιεύω — δημοσιεύω εκ νέου, ξαναδημοσιεύω, επανεκδίδω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * + δημοσιεύω. ΠΑΡ. αναδημοσίευση. Η λ. μαρτυρείται από το 1885 στους Ελληνικούς Κώδικες] …   Dictionary of Greek

  • ανατυπώνω — (Α ἀνατυπῶ, όω) νεοελλ. ξανατυπώνω, επανεκδίδω, αναδημοσιεύω αρχ. 1. σφραγίζω πάλι 2. σχεδιάζω κάτι στη φαντασία μου …   Dictionary of Greek

  • επανέκδοση — η [επανεκδίδω] 1. νέα έκδοση, ανατύπωση, αναδημοσίευση 2. επανάληψη εκδόσεως ενός εντύπου η οποία είχε διακοπεί …   Dictionary of Greek

  • επανα- — ἐπανα και ἐπαν (AM) μσν. νεοελλ. Α συνθετικό λέξεων που σημαίνουν: α) επανάληψη τής έννοιας τού Β συνθετικού («επαναλαμβάνω, επαναλέγω» κ.λπ.) β) για δεύτερη φορά, ξανά, πίσω («επανέρχομαι, επανακάμπτω» κ.λπ.) γ) επάνω («επανασύρω», σύρω επάνω… …   Dictionary of Greek

  • ξαναβγάζω — 1. βγάζω πάλι 2. (σχετικά με έντυπο) επανεκδίδω, επανακυκλοφορώ …   Dictionary of Greek

  • ξανατυπώνω — ανατυπώνω, επανεκδίδω …   Dictionary of Greek

  • μετατυπώνω — μετατύπωσα, μετατυπώθηκα, μετατυπωμένος, τυπώνω πάλι κάτι που είναι τυπωμένο, ανατυπώνω, επανεκδίδω: Μετατύπωσε ορισμένα από τα σημαντικότερα αρχαία κείμενα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»